Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζωγραφική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ζωγραφική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Φωκαίας 8 και Φυλής: απογυμνωμένο ερείπιο χωρίς μέλλον

Τυπικά φουρουσάκια του γείσου

Επίκρανο κορινθιακού ρυθμού, ένα από τα ελάχιστα που σώζονται στη θέση τους

Στη θέση του επικράνου κενό και σπασμένοι σοβάδες

Ψευδοπαραστάδα στη μέση του τοίχου μεταξύ των παραθύρων διατηρεί τη συνέχεια του διακόσμου των όψεων. Τα δύο τμήματα τοίχου ήταν διακοσμημένα με τοιχογραφίες, των οποίων σώζονται ίχνη

Ρημαγμένο και χωρίς μέλλον το σπίτι στη γωνία της υποβαθμισμένης γειτονιάς περιμένει ή τις μπουλντόζες, ή το θαύμα

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Σταδίου 58 και Αιόλου 103: «Ξενοδοχείον Ο Απόλλων»

Εγκλωβισμένο ανάμεσα στα μπετά της σύγχρονης πόλεως, εγκαταλελειμμένο και απαξιωμένο στέκει παρατηρητής της παρακμής της Αθήνας. Σχεδιασμένο από το Λύσανδρο Καυταντζόγλου, οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1880 - 1890

Η συμβολή των οδών Σταδίου και Αιόλου στα Χαφτεία, το «σημείο 0» της πρωτεύουσας. Το ξενοδοχείο αρχικά ονομαζόταν «Μασσαλία». Στα τέλη του 1901 μετονομάστηκε σε «Μεγάλη Μασσαλία» και σε μεταγενέστερη εποχή πήρε το τελικό όνομα «Ο Απόλλων»

Διακρίνονται καθαρά τα ακρωτήρια του αετώματος, καθώς και η επιγραφή «Ξενοδοχείον  Ο Απόλλων». Δίπλα του δεξιά το διώροφο κτήριο που στέγαζε το καφενείο «Παρθενών» και στη συνέχεια το ξενοδοχείο «Excelsior», στη γωνία των οδών Πανεπιστημίου και Πατησίων 

Η οδός Αιόλου στο ύψος των Χαφτείων και στο βάθος η προέκτασή της, η οδός Πατησίων, με τα πρώτα πολυώροφα κτήρια

Βορείως του ξενοδοχείου επί της οδού Αιόλου το διώροφο κτήριο όπου βρισκόταν το καφενείο της μαστοριάς «Παρθενών». Το κατεδαφισμένο το 1976 έργο του Ερνέστου Τσίλλερ εδώ ζωγραφισμένο από το Γιάννη Τσαρούχη

Χαφτεία και Ομόνοια: το κτήριο του καφενείου «Παρθενών» αριστερά και το επί της οδού Πανεπιστημίου προς την πλατεία Ομονοίας όμορό του ξενοδοχείο «Πλάζα», που κατεδαφίστηκαν και έδωσαν τη θέση τους σε άχαρα πολυώροφα κτήρια γραφείων. Στο βάθος διακρίνεται το καμπαναριό του Αγίου Κωνσταντίνου

Η φωτογραφία της Χριστουγεννιάτικης οδού Σταδίου ελήφθη από το δεύτερο όροφο του ξενοδοχείου
Διαβάστε τη μελέτη του κτηρίου στο Αειναές.

Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Το Ρολόι του Πειραιά: σαράντα πέντε χρόνια μετά την κατεδάφιση, αποφασίστηκε η εκ νέου ανέγερση!

Μυθική πλέον άποψη του Πειραιά από το 1928: η βασιλική αποβάθρα, το Ρολόι και πίσω του η πρώτη Αγία Τριάδα που βομβαρδίστηκε στον πόλεμο και το Δημοτικό Θέατρο. Τρία σύμβολα της δυναμικής του επινείου της Πρωτεύουσας (πίστη, τέχνη και οικονομία), από τα οποία σώζεται μόνο το ένα


Το Ρολόι, το Μέγαρο του ΝΑΤ και το λιμάνι κατά το 1939

Πίσω από το Ρολόι διακρίνεται η νέα εκκλησία της Αγίας Τριάδος

Περικυκλωμένο από τις λαμαρίνες των κατεδαφιστών

Η λαίλαπα της κατεδάφισης μνημειωδών νεοκλασσικών κτηρίων που σάρωσε την Ελλάδα μετά τον πόλεμο και που δεν έχει ακόμη κοπάσει, πήρε στο διάβα της και το Δημαρχείο του Πειραιά, γνωστό ως Ρολόι. Η απόφαση κατεδαφίσεως πραγματοποιήθηκε σαν σήμερα, στις 18 Δεκεμβρίου 1968. Λίγο καιρό πριν ωστόσο, το Δημοτικό Συμβούλιο του Πειραιά, σε μία ιστορική συνεδρίαση, αποφάσισε την εκ νέου ανέγερση του μνημείου του σύγχρονου Πειραιά, το οποίο μαζί με το άρτι ανακαινισθέν Δημοτικό Θέατρο και με πολλά ακόμη νεοκλασσικά κτήρια, θα αποτελεί σύμβολο της πόλεως. Μακάρι η απόφαση να λάβει σάρκα και οστά, μακάρι δε να ακολουθησουν και άλλα «Ρολόγια», που κατεδαφίστηκαν άδοξα σε όλη την Ελλάδα.

Σχετικά με την ιστορία του Ρολογιού διαβάστε στα εξαιρετικά πειραϊκά ιστολόγια Pireorama ιστορίας και πολιτισμού και MLP BLO-G-SPOT.
Η απόφαση επανανεγέρσεως του κτηρίου στο ΕΘΝΟΣ και στην iefimerida.

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013

Η Βίλλα Γκεττύ στο Λος Άντζελες της Καλιφόρνια

Ανθέμια με διπλό μαίανδρο στη βάση εδραζόμενα επί επιπέδων κεράμων και επίκρανο περγαμηνού ρυθμού

Αέτωμα ρωμαϊκού τύπου και επίκρανα κορινθιακού ρυθμού, βαμμένα με έντονα γαιώδη χρώματα που αντιτίθενται στον ηλιόλουστο γαλανό ουρανό του Μαλιμπού


Κίονες δωρικού ρυθμού συνθέτουν το εξωτερικό περιστύλιο

Κωνοφόρα και δάφνες συνθέτουν ένα τοπίο που θυμίζει έντονα Ελλάδα και Ιταλία


Κίονες ιωνικού ρυθμού σχηματίζουν το εσωτερικό περιστύλιο, που περιβάλλει το αίθριο. Εδώ είναι η καρδιά του Μουσείου

Ο τοίχος του εξωτερικού περιστυλίου είναι ζωγραφισμένος με την τεχνική της οφθαλμαπάτης. Η ζωγραφική περιλαμβάνει κίονες, γιρλάντες και θεατρικά προσωπεία

Νωπογραφίες με τη μέθοδο της οφθαλμαπάτης στο εξωτερικό περιστύλιο. Και εδώ επαναλαμβάνεται ο διπλός μαίανδρος

Κεφαλές Μέδουσας κοσμούν τους πολυελαίους του εσωτερικού περιστυλίου

Μωσαϊκό δάπεδο από μάρμαρα διαφορετικών χρωμάτων στο δάπεδο της κυκλικής αίθουσας που είναι γνωστή ως Ναός του Ηρακλέους. Εδώ βρίσκεται το αγαπημένο άγαλμα του Ζαν Πωλ Γκεττύ, ο Ηρακλής του Λανσντάουν
 
Άποψη της βίλλας από το νοτιότερο σημείο του εξωτερικού περιστυλίου

Ορειχάλκινα αγάλματα εφήβων, αντίγραφα πρωτοτύπων που βρέθηκαν στη Βίλλα των Παπύρων στο Ηράκλειο της Ιταλίας, απορροφούν τον ήλιο και το αεράκι του Ειρηνικού. Πού έχουμε ξαναδεί αυτά τα αγάλματα; Στην πλατεία Συντάγματος, στην Αθήνα!

Το εσωτερικό αίθριο της βίλλας

Το εξωτερικό αίθριο με την έντονη παρουσία του νερού και τη διακριτική βλάστηση

Η νότια πρόσοψη της Βίλλας Γκεττύ

Κεραμικό ακρωτήριο που παριστά Σάτυρο και Μαινάδα. Ο ζωγραφικός διάκοσμος διατηρείται σε καλή κατάσταση

Πηγή φωτογραφιών: flickr.com Getty Villa Architecture
Δείτε επίσης: The Getty's photostream

Μαρμάρινη βάση τραπεζιού με γρύπες που κατασπαράσσουν ελάφι. Ένα από τα αριστουργήματα αρχαίας ελληνικής τέχνης που εκτίθενται στο Μουσείο Γκεττύ

Ιστορία της Βίλλας Γκεττύ





Η Βίλλα Γκεττύ, στο προάστιο Πασίφικ Παλισέιντς (Pacific Palisades) του Λος Άντζελες, είναι το ένα από τα δύο κτήρια που στεγάζουν το Μουσείο Γκεττύ. Το Μουσείο, που έγινε ευρέως γνωστό στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια εξ αιτίας της εμπλοκής του σε υποθέσεις αρχαιοκαπηλείας, στεγάζει μία εκπληκτική συλλογή από 44000 αντικείμενα αρχαίας Ελληνικής, Ρωμαϊκής και Ετρουσκικής τέχνης χρονολογούμενα από το 6500 π.Χ. έως το 400 μ.Χ. Είναι δημιούργημα του μεγιστάνα των πετρελαίων Ζαν Πωλ Γκεττύ. Αρχιτεκτονικώς μιμείται τη Βίλλα των Παπύρων στο Ηράκλειο (Herculaneum) της Ιταλίας, που καταστράφηκε από την έκρηξη του Βεζουβίου το 79 μ.Χ. Άνοιξε τις πύλες της στο κοινό το 1974, χωρίς ποτέ ο ιδρυτής της να την επισκεφθεί, καθώς πέθανε δύο χρόνια μετά. Έπειτα από ευρεία ανακαίνιση ξανάνοιξε το 2006 και σήμερα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μουσεία αρχαίας τέχνης του κόσμου. Η αποκάλυψη κυκλώματος αρχαιοκαπηλείας που σχετιζόταν με το συγκεκριμένο Μουσείο, το υποχρέωσε να επιστρέψει στην Ελλάδα τέσσερα και στην Ιταλία σαράντα αντικείμενα που είχαν προέλθει από λαθρανασκαφές.


Παρασκευή 20 Ιουλίου 2012

Γιάννης Τσαρούχης, ο ζωγράφος που απαθανάτισε τα νεοκλασσικά

Ο Γιάννης Τσαρούχης ζωγραφίζει την οικία Μιχαλέα. Ο διακεκριμένος εκπρόσωπος της γενιάς του ‘30 κατάφερε με τη ζωγραφική του και το ευρύ φάσμα των άλλων καλλιτεχνικών του δραστηριοτήτων να διαμορφώσει την αισθητική των Νεοελλήνων όσο κανένας άλλος και να συγκεράσει την παράδοση και την «ελληνικότητα» με το μοντερνισμό
Γεννήθηκα στο τελευταίο πάτωμα ενός σπιτιού τρίπατου στην οδό Λουκά Ράλλη και Βασιλέως Γεωργίου, στον Πειραιά. Όπως τα περισσότερα νέα σπίτια στον Πειραιά, ήταν νεοκλασικό. Όσο θυμάμαι, δύο μόνο δεν ήταν νεοκλασικά. Το ένα ήταν σαν μεσαιωνικό κάστρο και το άλλο Art Nouveau. Το τελευταίο γρήγορα μεταποιήθηκε για να συμμορφωθεί με τα άλλα.
Φυσικά υπήρχαν και τα μικρά παλιά σπίτια που 'χαν αυλή και κάμαρες γύρω γύρω. Απέναντι στο σπίτι που γεννήθηκα ήταν το σπίτι της θείας μου, της αδελφής της μητέρας μου, που ήταν χήρα και πλούσια. Τα παιδιά της ήταν όλα μεγαλύτερα από μένα.
Στον Πειραιά έμενε και μια άλλη θεία που κατοικούσε στην οδό Πραξιτέλους που 'χε δυο αγόρια και τρία κορίτσια που έκαναν παρέα μ' ένα νεαρό, όχι και πολύ πλούσιο, που λεγόταν Σταύρος Νιάρχος.


«Νεοκλασσικό σπίτι της Αθήνας»
Το να βγεις περίπατο στον Πειραιά εκείνη την εποχή ήταν σα να σεργιανίζεις σε μία γιγάντια σκηνογραφία με βράχια και ωραία σπίτια με αγάλματα και αετώματα. Όταν κάποτε είδα σ' ένα βιβλίο γαλλικό την εικόνα ενός τοπίου του Κλωντ Λοραίν, ρώτησα αν ήταν ο Πειραιάς την παλιά εποχή.
Από τότε μικρό παιδί ρέμβαζα αυτά τα τέλεια κυμάτια κορινθιακά ή ιωνικά καμωμένα από τραβηχτό σοβά. Όλα αυτά τα πράγματα με γέμιζαν θαυμασμό και συγχρόνως πλήξη.


«Καφενείον "Ο Παρθενών"»
Η πρώτη εντύπωση που έχω από ζωγραφική παρατήρηση είναι η εξής: μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση η ομοιότης των σχημάτων. Το ότι η μία τοιχογραφία, στην εκκλησία που παρίστανε τον Άγιο Παντελεήμονα μπούστο, ήταν η ίδια με το εικονισματάκι που κρεμόταν στα σίδερα του κρεβατιού μου. Αυτή η διαπίστωση μου έφερε χαρά και ταραχή. Μια άλλη «ανακάλυψη» ήταν το ότι στην τύχη έμαθα πως το γαλάζιο και το κίτρινο δίνουν πράσινο. Εκείνη την εποχή, σε ηλικία εφτά οχτώ ετών, μου άρεσε να ζωγραφίζω σε μεγάλες κόλλες χαρτί συχνά 70x100 πάντα με παστέλ. Πολλές φορές συνήθιζα να σχεδιάζω πάνω σ' έναν μαυροπίνακα με την κιμωλία. Εχώριζα στα δύο τον πίνακα με μία γραμμή κάθετο και δεξιά σχεδίαζα εγώ και αριστερά ένα άλλο παιδί, συνήθως η ξαδέλφη μου. Όταν τελειώναμε, ο πίνακας πήγαινε σηκωτός από τους δυο μας στην κουζίνα για να ερωτηθούν «οι δούλες» ποιο είναι το καλύτερο απ' τα δύο.
Κατά κανόνα άρεσε συνήθως του αλλουνού και όχι το δικό μου. Για να μη στεναχωριέμαι η μαγείρισσα εύρισκε πάντα τρόπο να μάθει ποιο είχα κάνει εγώ και έλεγε πως το προτιμούσε για να μ' ευχαριστήσει.


«Καφενείον "Το Νέον" τη νύχτα»
Τα πρώτα πρώτα «έργα» μου παρίσταναν αγίους με πρόσωπα κατάμαυρα σαν τις παλιές ασημωμένες εικόνες. Αυτό συνέβαινε για δυο σοβαρούς λόγους. Πρώτα γιατί δεν ήξερα, δεν μπορούσα να ζωγραφίσω ένα τέλειο πρόσωπο όπως επιθυμούσα και δεύτερο γιατί κατά σύσταση μιας άλλης ευλαβικής «δούλας» ήταν καλύτερο να μη παριστάνω πρόσωπα γιατί αυτά τα χαρτιά πετιόνταν κατά γης, πατιόνταν και στο τέλος κατέληγαν στα σκουπίδια, κι' ήταν μεγάλη αμαρτία. Μη παριστάνοντας πρόσωπα, ήταν μικρότερη η «αμαρτία». Η ίδια αυτή «δούλα» η Μαριγώ είχε δει στον ύπνο της την Αγία Κυριακή κι' ήταν καταματωμένη και με πληγές και την ρώτησε, πώς είσαι έτσι σ' αυτό το χάλι Αγία Κυριακή, κι αυτή απάντησε: όταν σας βάζουν τ' αφεντικά σας να ράβετε Κυριακή το πετσί μου τρυπιέται, όταν σιδερώνετε Κυριακάτικα το κρέας μου καίγεται και πονάω, όταν σκουπίζετε ξεμερδιέται η σάρκα μου, γι' αυτό δεν πρέπει να δουλεύομε Κυριακή.

«Το σπίτι με τις Καρυάτιδες»,  υδατογραφία 1952. Τη  δεκαετία του 1950 ο Γιάννης Τσαρούχης ζωγραφίζει μια σειρά έργων εμπνευσμένος από την νεοκλασσική αρχιτεκτονική της παλιάς Αθήνας . Ένα από τα υπέροχα έργα της σειράς αυτής  είναι και το ιδιότυπο σπίτι με τις χαρακτηριστικές Καρυάτιδες της οδού Αγίων Ασωμάτων. Στο έργο είναι διάχυτη η αίσθηση της νοσταλγίας  και αποτυπώνεται με τον καλύτερο τρόπο η γραφική Αθήνα του παρελθόντος
Αισθανόμουν από τότε ότι η εύτακτη οικογένειά μου έβλεπε σ' αυτή την δραστηριότητά μου μόνο αιτία λερώματος και ακαταστασίας των δωματίων. Στο νέο σπίτι που πήγαμε, το 1917 αν θυμάμαι καλά, πάλι στην οδό Λουκά Ράλλη όλα τα ταβάνια ήταν ζωγραφισμένα από έναν Ιταλό ζωγράφο.
Το δωμάτιο όπου έπαιζα ήταν η καθημερινή τραπεζαρία. Το ταβάνι του είχε ένα κεντρικό σχήμα ωοειδές μέσα στο οποίο ήταν ζωγραφισμένος ο Αδάμ και ο Θεός του Μιχαήλ Αγγέλου. Το ωοειδές σχήμα επλαισιώνετο από διάφορα κυμάτια και κοσμήματα σε οπτική απάτη σε γκρίζους τόνους. Στο δωμάτιο της μητέρας μου υπήρχε η αλληγορία της Ανοίξεως σ' ένα μεγάλο στρογγυλό εγκόλπιο. Στην καλή τραπεζαρία μέσα σ' ένα κύκλο πάλι το άρμα του Ηλίου προοπτικώς ιδωμένο κατά πρόσωπο. Όλα αυτά ήταν περιστοιχισμένα με ανάγλυφα που μου προξενούσαν σεβασμό και κατάπληξη αλλά και πλήξη. Πολύ αργότερα όταν εγνώρισα την γενεαλογία αυτών των διακοσμήσεων στην Ιταλία και στα ναπολεόντια ταβάνια άρχισα να τα καταλαβαίνω και να τα συμπαθώ.


«Σπίτι στην οδό Αγίων Ασωμάτων», 1971-73. Έργο δοξαστικό μιας Αθήνας που έσβησε, χάνοντας τη νεοκλασσική φυσιογνωμία της, που απλωνόταν από τα Ανάκτορα έως το πιο ασήμαντο μικροαστικό σπιτάκι. Ιδιωτική συλλογή
Την αντιγραφή του Μιχαήλ Αγγέλου είχα την ευκαιρία να συγκρίνω με μια φωτογραφία του πρωτοτύπου που βρισκόταν σ' ένα βιβλίο που 'χε φέρει ο θείος μου Χρήστος απ' τη Ρώμη. Ο θείος αυτός ήταν ένας εργένης μανιώδης για Όπερα, και χαρτοπαιξία κι' είχε τρεις φωνογράφους διαφορετικού τύπου ο καθένας. Η αισθητική μου μόρφωση συνετελείτο εκείνη την εποχή από δύο γαλλικά περιοδικά. Το ένα ήταν η Illustration καi το άλλο η Vie Parisienne. To τελευταίο ήταν ένα περιοδικό ευπρεπώς πορνογραφικό που δημοσίευε ακουαρέλλες με ημίγυμνες γυναίκες.


«Καλαμάτα, πλατεία 23ης Μαρτίου», 1966
[....] Ανεβαίνοντας στην Αθήνα με τη μητέρα μου εντύπωση μου έκαναν στο σταθμό Μοναστηρακίου κάτι μεγάλες διαφημίσεις ζωγραφισμένες στο χέρι καμωμένες απ' την εταιρία GEO. Πολύ αργότερα έμαθα πως οι ωραίες αυτές διαφημίσεις ήταν αντίγραφα ή διασκευές από ξένα περιοδικά αντιγραμμένα από δύο εξαιρετικούς νέους ζωγράφους που λέγονταν ο ένας Κόντογλου και ο άλλος Παπαλουκάς.
Δεν παρέλειπα ποτέ να επαναλαμβάνω από μνήμης με παστέλ ό,τι είχα δει. Μετά το 1925 δύο άλλα περιοδικά με πληροφορούσαν για το Παρίσι, το Femina και το Vogue. Τα κουβαλούσαν οι ξαδέλφες μου μαζί με παρτιτούρες τραγουδιών της μόδας που τα παίζανε στο πιάνο και τα τραγουδούσανε. Στα σαλόνια της θειας μου σχεδιασμένα απ' τον Τσίλλερ και επιπλωμένα απ' τον στενό του συνεργάτη Χάιμαν συνέβαιναν παράταιρα πράγματα. Πότε έβλεπες ιεράρχες με επικαλύμμαυχα που η ευλαβής θεία μου εδέχετο με σέβας και υπερηφάνεια, πότε καλογήρους του Αγίου Όρους που έφερναν εικόνες των Ιωσαφαίων για πούλημα, πότε την ηθοποιό Κυβέλη κι ένα σωρό προξένους και πρεσβευτάς. Σ' αυτό το σπίτι με τα πολυτελή χρυσοποίκιλτα ταβάνια και τους απαλόχρωμους ταμπλάδες των τοίχων δεν υπήρχαν έργα ζωγραφικής κρεμασμένα. Υπήρχαν μόνο φωτογραφίες φυσικού μεγέθους, αναρτημένες πολύ ψηλά κοντά στο ταβάνι με κορνίζες χρυσές με ωοειδή πασπαρτού περίτεχνα και χρυσοποίκιλτα. Υπήρχαν επίσης μεγάλες χρωμολιθογραφίες που παρίσταναν κοριτσάκια ή χανούμισσες με ξέπλεκα μαλλιά, στολισμένα με διαμαντένια μισοφέγγαρα. Ένα μόνο έργο ζωγραφικής υπήρχε που παρίστανε ένα στρατιώτη τρία τέταρτα με μαύρο φόντο. Άκουγα συνεχώς ότι σκοτώθηκε στον πόλεμο. Αργότερα κρεμάστηκαν έργα ζωγραφικής που πιθανόν προέρχονταν από χρέος ή ήσαν δώρα ευεργετηθέντος. Πολλά ήταν δουλεμένα με την σπάτουλα και άγνωστο γιατί τα έλεγαν γερμανική ζωγραφική.


«Η αντιγραφή του Τιτσιάνο», 1971. Ακόμη και όταν εγκαταλείπει τα εθνοκεντρικά χαρακτηριστικά της τέχνης του, ο Τσαρούχης ζωγραφίζει τον εαυτό του στο εσωτερικό ενός νεοκλασσικού σπιτιού
Στο σπίτι αυτό, όπως είπα, εσύχναζαν πολλοί πρεσβευτές και πρόξενοι' επίσης η ηθοποιός Κυβέλη και μετά μια ορισμένη εποχή η Ελένη Παπαδάκη. Στο σπίτι αυτό είδα δυο γάμους στα καταστόλιστα με τριαντάφυλλα σαλόνια του και τον πρώτο θάνατο της οικογενείας, της θείας μου. Μέσα στα ίδια σαλόνια ντυμένα με μαύρα τούλια και κορδέλλες πένθιμες και πολλά λουλούδια και ανθισμένες αμυγδαλιές.
Στο σπίτι της θείας μου εφιλοξενήθηκα από το 1920 ως το 1925 επειδή έλειπαν στο εξωτερικό οι γονείς μου. Ήταν η εποχή που άρχισα να ζωγραφίζω με κάποιες αξιώσεις. Εγκατέλειψα τα παστέλ που χρησιμοποιούσα ως τότε και άρχισα να ζωγραφίζω με ακουαρέλλα. Από τότε θυμάμαι δεν ζωγράφισα ποτέ μου με ευκολία και με αγωνία έπιανα τα πινέλα. Επήρα και μερικά μαθήματα, σχεδίου από ένα Γάλλο ζωγράφο που λεγόταν Πικ και ήταν ειδικευμένος για παιδιά. Νομίζω πως του ‘δωσα την εντύπωση πως ήμουν ανεπίδεκτος μαθήσεως και κάποτε σταμάτησα τα μαθήματα. Άρχισα να ζωγραφίζω πάντα με ακουαρέλλα πιο εντατικά και πιο σοβαρά από το 1926 που είχαν επιστρέψει οι γονείς μου και εγκατασταθήκαμε στην Αθήνα στην οδό Ερμού κοντά στο Μοναστηράκι. Εζωγράφιζα πάντα απ' το φυσικό νεκρές φύσεις ή τοπία κατά προτίμηση με κτίρια, αλλά και προσωπογραφίες. Εκείνη την εποχή έκανα την ακουαρέλλα που παριστάνει το σπίτι του χειρούργου Φωκά, όπου έμενε η οικογένεια Σεφεριάδη. Θυμούμαι τα παιδιά, τον Γιώργο και την Ιωάννα. Στο ίδιο περιβόλι ήταν και το σπίτι που μέναμε. Κάποτε είδα σ' αυτό το περιβόλι τον κυβιστή ζωγράφο Μετζενζέ που ‘χε παντρευτεί την κόρη του Φωκά.


«Ο ζεϊμπέκικος». Ακόμη και στους πίνακες με πρόσωπα, δεν λείπουν τα νεοκλασσικά διακοσμητικά στοιχεία από τη ζωγραφική του Τσαρούχη

Το αντίγραφο του Δαφνιού το είχα κάνει πριν φύγει η μητέρα μου για το εξωτερικό, θυμάμαι πως πήγαμε με αμάξι με άλογα το 1920 για να λειτουργήσουμε την εκκλησία, γιατί το Δαφνί λειτουργιόταν τότε. Τον παπά τον πήραμε μαζί μας με το αμάξι. Έμενε απέναντι απ' το σπίτι μας σε μια μάντρα με πολλά δωμάτια, ήταν Κρητικός κι' είχε δώδεκα παιδιά. Το δωδέκατο το ‘χε βαφτίσει ο Βασιλιάς. Είχε έναν αδελφό χωροφύλακα και συνήθιζε να λέει στη μητέρα μου: «Όσα δεν προφθαίνω εγώ με την φοβέρα στην εκκλησία, τα αποτελειώνει ο αδελφός μου ο χωροφύλακας κι έτσι σας προστατεύουμε κι οι δυο απ' τους κακοποιούς».
[....] Ένα άλλο είδος εντύπωση μου 'χαν κάνει οι δυο μου επισκέψεις στο Δαφνί. Στη δεύτερη έκανα το αντίγραφο. Η ευχάριστη ταραχή που μου προξένησαν αυτά τα μωσαϊκά ήταν σαν μια πληγή που εδέχτηκα. Μια πληγή που ξαναμάτωσε όταν γνώρισα τον Κόντογλου και είδα τα εξαιρετικά αντίγραφα που είχε κάνει απ' το Δαφνί και τον Όσιο Λουκά. Το 1927 ήδη μαθητής του Πολυτεχνείου που αργότερα ονομάστηκε ΑΣΚΤ (Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) πήγα να γνωρίσω τον Κόντογλου μαζί με την Κατίνα Λάσκαρη, σήμερα σύζυγο του Δημήτρη Φωτιάδη και τότε συμμαθήτριά μου.
 
«Οφθαλμαπάτη». Έργο με την τεχνική της οφθαλμαπάτης που απεικονίζει ένα νέο στο παράθυρο του σπιτιού του όπως φαίνεται από την είσοδο
Μαζί μας ήταν και δύο άλλα παιδιά. Είχα πάρει μαζί μου να του δείξω μερικές ακουαρέλλες και σχέδια. Ο Κόντογλου με αποπήρε και μου ‘πε καθαρά ότι τον απογοήτευσα: «Μου ‘παν ένα παιδί γεννημένο στον Πειραιά. Νόμιζα ότι ήσουν λαϊκό, παιδί που σχεδιάζει καράβια και καραγκιόζηδες. Και βλέπω ένα πληροφορημένο παιδί που ξεσηκώνει τα φιγουρίνια του Παρισιού». Μέρες και μήνες βάσταξε η στεναχώρια μου γιατί εθαύμαζα πολύ τον Κόντογλου. Είχε καταρρακώσει όλη μου την αστική περηφάνεια που δεν ήταν και πολύ στερεή. Η οικογένειά μου και το περιβάλλον της ακολουθούσαν τα υποδείγματα της Ευρώπης. Στις μόδες, στα εσώρουχα, στα καπέλα, στην αρχιτεκτονική, στα έπιπλα, στην μουσική, στην φιλολογία, σε όλα. Όλα έπρεπε να είναι ευρωπαϊκά, παριζιάνικα ιδίως. Τα λόγια του Κόντογλου, γιατί μου είχε πει πολλά, ξύπνησαν μέσα μου αλλοτινές επαφές και συναντήσεις απ' την παλιά Ελληνική Τέχνη. Εξήγειραν ζωηρές εντυπώσεις απ' τις ρεκλάμες του Δεδούσαρου του Καραγκιοζοπαίχτη, την πληγή απ' τις πρώτες εντυπώσεις του Δαφνιού, θυμήθηκα τον παπά που ερχόταν κάθε πρώτη του μηνός να κάνει αγιασμό στο σπίτι ή παρακλήσεις στις δύσκολες στιγμές της οικογενείας ή κατά τον Δεκαπενταύγουστο. Άρχισα να δουλεύω διαφορετικά, να σκέπτομαι διαφορετικά, χωρίς ωστόσο να μαϊμουδίζω τον Κόντογλου. Αυτό θα γινόταν αργότερα.


«Το πνεύμα των μέτρων και των αναλογιών», 1959-1960. Το ψηφιδωτό αυτό παρήγγειλε στον ζωγράφο ο φίλος του αρχιτέκτων Κωνσταντίνος Δοξιάδης, για να κοσμήσει την αυλή του κτηρίου του νέου γραφείου του. Ως θέμα του, έδωσε τη μαστορική καθώς και τους στίχους από τον Πρόλογο της Οδύσσειας του Νίκου Καζαντζάκη, που καταγράφονται στο κάτω μέρος. Βρίσκεται στην είσοδο του κτηρίου της οδού Πειραιώς του Μουσείου Μπενάκη, κατόπιν δωρεάς των παιδιών του Κωνσταντίνου Δοξιάδη στη μνήμη του

[....] Εκείνη την εποχή, θα 'μουν δεκαεννιά ετών, γνώρισα μια μεγάλη ερωτική απογοήτευση. Αυτό που λένε έναν άτυχο έρωτα, κι αποφάσισα ν’ αυτοκτονήσω σιγά σιγά μη τρώγοντας καθόλου. Στους γονείς μου που τους παραξένευε το γεγονός πως δεν καθόμουν στο τραπέζι έλεγα πως είχα φάει πριν. Σιγά σιγά άρχισα να αδυνατίζω και να γεμίζω σπυριά από αβιταμίνωση νομίζω. Το 1930 αποφάσισα να σταματήσω την αυτοκτονία με την πείνα και πήγα να δουλέψω στον Κόντογλου όπως παν στο Μοναστήρι για να ξεχάσουν τα πριν. Γίνηκα ένας καλός βοηθός και ένας πειθαρχικός μαθητής. Συμμετείχα στους ενθουσιασμούς και στις δυσκολίες του - κι είχε πολλές - χωρίς να πάψω να φοιτώ στο Πολυτεχνείο. Με τον καιρό άρχιζα να τον κρίνω πιο γαλήνια, να βλέπω πιο καθαρά την προσπάθειά του, να τον κριτικάρω, αλλά πάντα να τον σέβομαι και να τον θαυμάζω. Εκείνη την εποχή βρήκα κι ένα γέρο Αϊβαλιώτη για να μάθω να διαβάζω παρασημαντική. Ήταν πολύ καλός ψάλτης και συγχρόνως πουλούσε στην παράγκα του στον Βύρωνα κάρβουνα και ξύλα. Είχε δυο γιους. Ο ένας ήταν αστυφύλακας κι ο άλλος κλέφτης φυλακισμένος στην Θεσσαλονίκη. Η γυναίκα του, από σεμνοτυφία ίσως, την βυζαντινή μουσική την έλεγε βαϊζαντινή.

«Καφενείον "Το Νέον"»

Ο Γιάννης Τσαρούχης πέθανε σαν σήμερα το 1989.
Το ανωτέρω κείμενο ελήφθη από το ιστολόγιο Αυτοβιογραφικά.
Βιογραφικό του μεγάλου Έλληνα ζωγράφου από την ιστοσελίδα του Ιδρύματος Γιάννη Τσαρούχη.
Διαβάστε το κείμενο της Μαρίας Καραβία «O Γιάννης Τσαρούχης και η χαμένη νεοκλασική αρχιτεκτονική».