Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Το άγαλμα της Βορείου Ηπείρου στην οδό Τοσίτσα


Η σύγχρονη Αθήνα μισεί τα αγάλματά της. Τα μισεί επειδή οι Αθηναίοι αγνοούν την ιστορία τους. Για το λόγο αυτό φέρονται σε αυτά όπως φέρθηκαν οι Έρουλοι και οι Βάνδαλοι. Απόδειξη αποτελεί το άγαλμα «Ήπειρος» στην πεζοδρομημένη οδό Τοσίτσα. Το άγαλμα, έργο του γλύπτη Κώστα Σεφερλή, δωρήθηκε στο Δήμο Αθηναίων το 1951. Τα επίσημα αποκαλυπτήρια έγιναν το 1953. Αναπαριστά μία γυναίκα με δεμένα πίσω τα χέρια, η οποία ανασηκώνει το κεφάλι. Η κίνηση είναι έντονη και αποτυπώνει την αντίσταση της αλυσοδεμένης αλύτρωτης γης της Βορείου Ηπείρου.
Το άγαλμα έχει την ατυχία να εδράζεται σε χαμηλή βάση και να βρίσκεται δίπλα από το Πολυτεχνείο. Έτσι δέχεται κάθε είδους βάρβαρη βεβήλωση από κάθε λογής ανεύθυνο και αστοιχείωτο. Τμήματά του έχουν καταστραφεί και το μάρμαρο έχει υποστεί κατά τόπους ανεπανόρθωτη φθορά. 


Ενώ ο γλύπτης χρησιμοποίησε τη γυναίκα για να υμνήσει τη Βόρειο Ήπειρο, η ποιήτρια Κική Δημουλά χρησιμοποίησε το άγαλμα για να υμνήσει τη γυναίκα. Επηρεασμένη από το γλυπτό έγραψε το ποίημα «Σημείο Αναγνωρίσεως». Στους στίχους της το άγαλμα συμβολίζει κάθε καταπιεσμένη γυναίκα που δεν μπορεί να κατακτήσει ελευθερίες. Από την δημοσίευση του ποιήματος στη συλλογή «Το λίγο του κόσμου» το 1971, το ποίημα ταυτίστηκε με το άγαλμα. 
 
Ὅλοι σὲ λένε κατευθείαν ἄγαλμα,
ἐγὼ σὲ προσφωνῶ γυναίκα κατευθείαν.
Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Ἀπὸ μακριὰ ἐξαπατᾶς.
Θαρρεῖ κανεὶς πὼς ἔχεις ἐλαφρὰ ἀνακαθίσει
να θυμηθεῖς ἕνα ὡραῖο ὄνειρο ποὺ εἶδες,
πῶς παίρνεις φόρα νὰ τὸ ζήσεις.
Ἀπὸ κοντὰ ξεκαθαρίζει τὸ ὄνειρο:
δεμένα εἶναι πισθάγκωνα τὰ χέρια σου
μ᾿ ἕνα σκοινὶ μαρμάρινο 
κι ἡ στάση σου εἶναι ἡ θέλησή σου 
κάτι νὰ σὲ βοηθήσει νὰ ξεφύγεις
τὴν ἀγωνία τοῦ αἰχμαλώτου.
Ἔτσι σὲ παραγγείλανε στὸ γλύπτη:
αἰχμάλωτη.
Δὲν μπορεῖς οὔτε μία βροχὴ νὰ ζυγίσεις στὸ χέρι σου,
οὔτε μία ἐλαφριὰ μαργαρίτα.
Δεμένα εἶναι τὰ μάτια σου.
Καὶ δὲν εἶν᾿ τὸ μάρμαρο μόνο ὁ Ἄργος.
Ἂν κάτι πήγαινε ν᾿ ἀλλάξει
στὴν πορεία τῶν μαρμάρων,
ἂν ἄρχιζαν τ᾿ ἀγάλματα ἀγῶνες
γιὰ ἐλευθερίες καὶ ἰσότητες,
ὅπως οἱ δοῦλοι,
οἱ νεκροὶ
καὶ τὸ αἴσθημά μας,
ἐσὺ θὰ πορευόσουναμὲς στὴν κοσμογονία τῶν μαρμάρων
μὲ δεμένα πάλι τὰ χέρια, αἰχμάλωτη.
Ὅλοι σὲ λένε κατευθείαν ἄγαλμα,
ἐγὼ σὲ λέω γυναίκα ἀμέσως.
Ὄχι γιατὶ γυναίκα σὲ παρέδωσεστὸ μάρμαρο ὁ γλύπτης
κι ὑπόσχονται οἱ γοφοί σου
εὐγονία ἀγαλμάτων,
καλὴ σοδειὰ ἀκινησίας.
Γιατὶ τὰ δεμένα χέρια σου, ποὺ ἔχεις
ὅσους πολλοὺς αἰῶνες σὲ γνωρίζω,
σὲ λέω γυναίκα.
Σὲ λέω γυναίκα
γιατ᾿ εἶσ᾿ αἰχμάλωτη.

Κική Δημουλά, «Σημείο Αναγνωρίσεως», Το λίγο του κόσμου 1971 

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Πλατεία Ομονοίας και Δώρου: «Ξενοδοχείον Κάρλτον» και «Καφενείον Νέον»

Επάνω από το γείσο υπάρχει στηθαίο - αττικόν, οπότε τα υψηλότερα κεραμοπλαστικά κοσμήματα είναι τα φουρουσάκια του γείσου

Μικρός εξώστης του δευτέρου ορόφου με κιγκλίδωμα από σφυρήλατο σίδηρο και χυτοσιδηρούς μαιάνδρους


Στη νέα Αθήνα του δεκάτου ενάτου αιώνα τις πλατείες Συντάγματος και Ομονοίας πλαισίωναν τα πολυτελέστερα ξενοδοχεία της χώρας και στα ισόγειά τους στεγάζονταν τα καλύτερα καφενεία. Η Αθήνα με τις αρχαιότητες και τη γραφικότητά της ήταν ένας σημαντικός ταξιδιωτικός προορισμός για τους αστούς ταξιδιώτες εκείνης της εποχής. Τα ξενοδοχεία είχαν συχνά ονόματα που θύμιζαν αντίστοιχα ευρωπαϊκά. Ήταν ένα τέχνασμα για να προσελκύουν τη διεθνή πελατεία. Ένα από τα πλέον «ευρωπαϊκά» ονόματα ήταν το «Κάρλτον» της πλατείας Ομονοίας, το οποίο αντέγραφε τα αντίστοιχα πολυτελή ξενοδοχεία του Λονδίνου και των Καννών. Παρά την προσεγμένη του μορφή, το αθηναϊκό Κάρλτον μόνο στο όνομα έμοιαζε με τα ευρωπαϊκά συνώνυμά του.


Επιχρυσωμένο μαρμάρινο ανακλιντρόσχημο επίκρανο της θύρας εισόδου

Ανάγλυφο μετάλλιο με τη μορφή της Αθηνάς στο υπέρθυρο της εισόδου του ξενοδοχείου


Στο ισόγειο του «Κάρλτον» στεγάστηκε το καφενείο «Νέον Βυζάντιον». Χάριν συντομίας το όνομα περικόπηκε σε «Νέον» και έτσι επικράτησε μέχρι το κλείσιμό του. Ίσως στην περικοπή του ονόματος να συνετέλεσε η κατάρρευση του βυζαντινού ονείρου στις ανατολικές ακτές του Αιγαίου το Σεπτέμβριο του 1922.


Τα σιδερένια φουρούσια της μαρκίζας του καφενείου και η είσοδος του ξενοδοχείου

Οι γύψινες οροφές του καφενείου


Το «Νέον» με τον αστικό διάκοσμο έγινε από νωρίς στέκι των κτιστών της Αθήνας. Ο Δημήτριος Στεφάνου, γράφοντας για τα «καφενεία της μαστοριάς» στην περιοχή της πλατείας Ομονοίας, δίνει μια θαυμάσια περιγραφή για αυτό: «Ο εσωτερικός διάκοσμος και η επίπλωσή του θύμιζαν αντίκα της εποχής εκείνης. Γύρω γύρω οι τοίχοι είχαν πασαμέντο σε απομίμηση μαρμάρου και ψηλότερα ελαιογραφίες μέσα σε ξύλινα πλαίσια που σχημάτιζαν δωρικές παραστάδες, κολώνες με επίστεψη και ακόμη ψηλότερα καθρέφτες μέσα σε ίδια μικρότερα πλαίσια που τα κρατούσαν σκαλιστές φτερωτές σφίγγες. Τα τμήματα της οροφής ανάμεσα στα δοκάρια ήσαν διακοσμημένα με θέματα που προέρχονταν τόσο από τον κλασικισμό όσο και από μανιεριστικές κατευθύνσεις με χρώματα παστέλ και έντονη πλαισίωση».


Η όψη επί της πλατείας Ομονοίας και το κλειστό καφενείο. Λείπουν και οι φοίνικες που είχαν φυτευθεί επί δημαρχίας Έβερτ. Όλα στραβά πάνε σε αυτή την πόλη

Το καφενείο κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του


Και συνεχίζει ο Στεφάνου, περιγράφοντας το προσωπικό και την ατμόσφαιρα του καφενείου: «Είχε εκατό τραπέζια, όλα μαρμάρινα και δούλευαν μέσα εννέα σερβιτόροι, ποτηριέρηδες και ταμπήδες (αυτοί που ψήνουν τους καφέδες) σε δύο βάρδιες… To καφενείο «Νέον» θεωρείται το «λίκνον του νεοελληνικού ζατρικίου», καθώς στο χώρο του ξεκίνησαν συστηματικά μανιώδεις σκακιστές να παίζουν σκάκι».


«Το καφενείον Νέον ημέρα». Γιάννης Τσαρούχης, ελαιογραφία σε μουσαμά, 1965 - 1966. Εθνική Πινακοθήκη

«Το καφενείον Νέον βράδυ». Γιάννης Τσαρούχης, ελαιογραφία σε μουσαμά, 1965 - 1966. Εθνική Πινακοθήκη


Δίπλα από τους εργάτες έπιναν τον καφέ τους καλλιτέχνες και διανοούμενοι, όπως ο Ναπολέων Λαπαθιώτης, ο Γιάννης Ρίτσος, ο Γιάννης Τσαρούχης. Ο τελευταίος μάλιστα απαθανάτισε το 1955 – 56 με το χρωστήρα του το καφενείο σε δύο ελαιογραφίες, «Το καφενείον Νέον ημέρα» και «Το καφενείον Νέον βράδυ», οι οποίες βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη. 

Θαμώνες στο καφενείο «Νέον» στην Ομόνοια. Φωτογραφία του Ανδρέα Μπέλια από το βιβλίο του Γ. Ιωάννου,
«Ομόνοια 1980», εκδόσεις Κέδρος 1987

Φωτογραφία από τα τελευταία χρόνια λειτουργίας του καφενείου


Τη δεκαετία του 1980 το καφενείο ανακαινίστηκε, απέκτησε πατάρι και λειτούργησε ως καφετέρια. Μετά από αρκετά χρόνια λειτουργίας ακολούθησε τη γενική πτωτική πορεία της πλατείας Ομονοίας και έκλεισε. Η τελευταί ανακαίνιση και απόπειρα επαναλειτουργίας έγινε τη διετία 2009 – 2010, αλλά και πάλι κατέληξε σε αποτυχία. Έκτοτε το κτήριο παραμένει κενό, μάρτυρας του θανάτου της πλατείας Ομονοίας.