Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Τα λεμόνια ήταν ακριβά (Γιώργος Ιωάννου)

Λεμονιά στην αυλή οικίας στη Ρωμαϊκή Αγορά

Περίληψη του κειμένου: Με αφορμή τα σημάδια στον τοίχο ενός κτηρίου της πόλης, τα οποία προέκυψαν ύστερα από τη ρίψη χειροβομβίδας κατά των Γερμανών που είχαν εκεί τα γραφεία τους, ο συγγραφέας θυμάται επώδυνες εμπειρίες από τα χρόνια της Κατοχής. Η πλέον προσωπική και επίπονη μνήμη για το συγγραφέα είναι εκείνη από την οποία αντλείται και ο τίτλος του διηγήματος. Σε μια ιδιαίτερα δύσκολη στιγμή της Κατοχής ο συγγραφέας, όπως και άλλοι συμπολίτες του, είχαν αναγκαστεί να υποστούν το ταπεινωτικό παιχνίδι των Γερμανών στρατιωτών, οι οποίοι τους πετούσαν λεμόνια από ψηλά για να τους χτυπήσουν και οι Έλληνες αντί να απομακρυνθούν, προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μαζέψουν τα πολύτιμα αυτά λεμόνια, μη έχοντας τίποτε άλλο για να τραφούν.

Στο κείμενο αυτό ο συγγραφέας – αφηγητής είναι ένα από τα πρόσωπα της ιστορίας, γι’ αυτό και η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Φτάνει μάλιστα σε ιδιαίτερα εξομολογητικό τόνο, όταν ο Ιωάννου μιλά για τις ταπεινώσεις που έχει υποστεί στη ζωή του. Το ύφος του κειμένου χαρακτηρίζεται από την καθιερωμένη απλότητα της γραφής του Ιωάννου, ο οποίος δεν καταφεύγει σε μελοδραματισμούς και υπερβολές στην έκφρασή του, παρά το γεγονός ότι αυτό το γεγονός που περιγράφει είναι, κατά δική του ομολογία, ένα από τα πλέον ταπεινωτικά της ζωής του.
Η διήγηση του γεγονότος γίνεται συνειρμικά και με αναδρομές στο χρόνο της αφήγησης, μιας και ο Ιωάννου ξεκινά από το παρόν και από την διαπίστωση ότι το σημάδι στον τοίχο (από την έκρηξη της χειροβομβίδας) φαίνεται ελάχιστα. Στη συνέχεια περνά στην αναφορά των στοιχείων που σχετίζονται με την ταυτότητα του κτιρίου κι έπειτα μας αναφέρει τα γεγονότα που οδήγησαν κάποιον Έλληνα να εκδικηθεί τους Γερμανούς, πετώντας τους μια χειροβομβίδα. Η όλη αφήγηση του γεγονότος εμπλουτίζεται και μ’ άλλα περιστατικά που βοηθούν τον αναγνώστη να σχηματίσει μια πληρέστερη εικόνα για τη συμπεριφορά των Γερμανών κατακτητών και τη δικαιολογημένη αγανάκτηση των Ελλήνων.
Ο συγγραφέας μιλώντας για τον εαυτό του στην αρχή του κειμένου, κάνοντας έτσι ξεκάθαρη την προσωπική του εμπλοκή στα διαδραματιζόμενα γεγονότα, αναφέρει ότι ποτέ δεν ξεχνά όσα συνέβησαν. Η επίμονη ενασχόληση του συγγραφέα με τα γεγονότα του παρελθόντος είναι αφ’ ενός εμφανής από το περιεχόμενο των περισσότερων διηγημάτων του, όπου ξανά και ξανά επιστρέφει στο παρελθόν του και αφετέρου είναι απόλυτα δικαιολογημένη μιας και η σκληρότητα όσων έχει ζήσει καθιστά λογική και αναμενόμενη την εμμονή του με το παρελθόν.
Ο Ιωάννου μας διηγείται σε αυτή την ιστορία ένα από τα περιστατικά που ο ίδιος θεωρεί ως μια από τις πιο ταπεινωτικές στιγμές της ζωής του. Η πείνα αναγκάζει τον συγγραφέα μαζί με όσους βρέθηκαν σ’ εκείνο το σημείο να πέσουν στο δρόμο για να μαζέψουν τα λεμόνια που πετούσαν οι Γερμανοί, προσφέροντας στους κατακτητές την ευκαιρία να γελάσουν εις βάρος τους και να τους εξευτελίσουν. Το γεγονός ότι έφτασε στο σημείο να μαζεύει από το δρόμο λεμόνια, με τους Γερμανούς να γελάνε και να διασκεδάζουν με την κατάντια του, με τον ξεπεσμό γενικότερα των Ελλήνων, είναι κάτι που έχει πληγώσει πάρα πολύ τον Ιωάννου.
Από το Μάιο του 1941 μέχρι τον Οκτώβρη του 1944 η Ελλάδα βρέθηκε υπό γερμανική κατοχή. Οι θάνατοι απ' την πείνα σ' όλη τη διάρκεια της κατοχής ξεπέρασαν, όπως γράφτηκε, τις 260.000. Η πείνα έπληξε κύρια τις λαϊκές τάξεις. Αυτούς, όμως, που κυριολεκτικά θέρισε η πείνα ήταν τα βρέφη, τα μικρά παιδιά και τους πολύ ηλικιωμένους.
Ο Ιωάννου ξεκινά τη διήγησή του αναφέροντας ότι θεωρεί σημαντικό να μην ξεχαστούν τα γεγονότα που οδήγησαν στην πρόκληση ζημιών σ’ ένα κτίριο στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, όπου υπήρχαν τα γραφεία Γερμανών αξιωματικών. Οι ζημιές στο κτίριο δεν είναι πλέον ορατές, πέρα από ένα αδιόρατο σημάδι κάτω από το χρώμα του τοίχου κι αυτό ανησυχεί τον συγγραφέα, ο οποίος πιστεύει ότι πρέπει πάντοτε να θυμόμαστε τι είχε συμβεί τότε.
Η αναφορά στην περίπτωση του κουρέα που εξαναγκάστηκε από την Γερμανίδα αξιωματικό να την ικανοποιεί ερωτικά, δείχνει την εξουσία που είχαν τότε οι κατακτητές πάνω στους Έλληνες. Η αναφορά στα γέλια των Γερμανών όταν οι Έλληνες Χριστιανοί έκαναν την περιφορά του επιταφίου, έρχεται να ενισχύσει την εικόνα της αλαζονείας που είχαν οι Γερμανοί, που δεν δίσταζαν να χλευάσουν ακόμη και τα ιερά σύμβολα των Ελλήνων.
Οι ταπεινώσεις που επέβαλαν οι κατακτητές στους Έλληνες ήταν συνεχείς και επέτειναν τον πόνο των Ελλήνων που είχαν χάσει όχι μόνο την ελευθερία τους αλλά και την αξιοπρέπειά τους. Το παιχνίδι των Γερμανών που πετούσαν λεμόνια στους πεινασμένους περαστικούς δείχνει σε τι σημείο αποθράσυνσης είχαν φτάσει και πόσο ελάχιστα εκτιμούσαν τη ζωή και την αξιοπρέπεια του ελληνικού λαού.
Η χειροβομβίδα που πετάχτηκε στα γραφεία των Γερμανών αξιωματικών ήρθε σύμφωνα με το συγγραφέα ως μια δίκαιη τιμωρία για την απαράδεκτη συμπεριφορά τους. Ο συγγραφέας, όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι που έχουν πληγωθεί πολύ στη ζωή τους, θέλει να πιστεύει ότι υπάρχει μια ανώτερη μορφή δικαιοσύνης που επιβάλλεται από το Θεό και ότι η δικαιοσύνη αυτή δεν θα αφήσει ατιμώρητους τους Γερμανούς και όσους έχουν φερθεί με τόση σκληρότητα σε άλλους ανθρώπους.



Δεν υπάρχουν σχόλια: